ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Διεθνείς προβληματισμοί με αφορμή την ουκρανική κρίση

  • Δημήτρης Μανής

Η Φωτογραφία είναι από το Newseum στην πόλη της Ουάσιγκτον, όπου κάθε πρωί αναρτώνται τα πρωτοσέλιδα των σημαντικότερων εφημερίδων από ολόκληρο τoν κόσμο

Η Φωτογραφία είναι από το Newseum στην πόλη της Ουάσιγκτον, όπου κάθε πρωί αναρτώνται τα πρωτοσέλιδα των σημαντικότερων εφημερίδων από ολόκληρο τoν κόσμο

οι επιλογές των ΗΠΑ και της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία

Οι πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί σε διπλωματικό επίπεδο για την αντιμετώπιση της ουκρανικής κρίσης, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα που εμπλέκει όλες οι μεγάλες δυνάμεις.

Στο πλαίσιο των αμερικανικών ενεργειών, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, πραγματοποίησε επίσκεψη στο Κίεβο, όπου με την άφιξη του ανακοινώθηκε και η προσφορά ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων προς τη νέα ουκρανική κυβέρνηση. Την ίδια ώρα συνεχίζεται η δημόσια αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ρωσίας, με ανακοινώσεις και ανταπαντήσεις εκατέρωθεν, όσον αφορά στο τι πραγματικά συμβαίνει στην περιοχή.

Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις της Βικτώριας Νούλαντ, αρμόδιας Υφυπουργού των ΗΠΑ για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας, για την αποκατάσταση της αλήθειας, όπως η ίδια τόνισε χαρακτηριστικά. Η κ. Νούλαντ ανέφερε, την Τρίτη, ως απάντηση σε ανακοίνωση της ρωσικής κυβέρνησης, η οποία μεταξύ άλλων κάνει λόγο για «ευρωπαϊκές πιέσεις» στην Ουκρανία προκειμένου να ενταθούν οι μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις, ότι η ίδια η Ουκρανία είχε πάρει την σχετική απόφαση και μια εβδομάδα πριν την υπογραφή της συμφωνίας ο Βίκτορ Γιανούκοβιτς, «άλλαξε» γνώμη. Επίσης, η κ. Νούλαντ επεσήμανε ότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ στήριξαν την εκεχειρία που επετεύχθη την 21η Φεβρουαρίου, ο Πρόεδρος Γιανούκοβιτς δεν την υπέγραψε και στην συνέχεια εγκατέλειψε τη χώρα και τέλος, η Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, τόνισε ότι μπορεί αρκετά από τα μέλη της νέας κυβέρνησης να προέρχονται από κοινωνικά κινήματα και πολιτικές ομάδες με περιορισμένη επιρροή, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η νέα κυβέρνηση δεν χαίρει ευρύτερης αποδοχής. Η Υπηρεσιακή κυβέρνηση της Ουκρανίας εγκρίθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων, ανέφερε η κ. Νούλαντ, και όσοι δεν θέλησαν να συμμετάσχουν το έκαναν για πολιτικούς λόγους, καθώς κανένας δεν θέλει να αναλάβει να καθαρίσει το χάος του Γιανούκοβιτς και προτιμούν να παρουσιάσουν το πολιτικό τους πρόγραμμα στις επερχόμενες εκλογές.

Ποιες είναι όμως οι πραγματικές επιλογές που έχουν οι ΗΠΑ και οι υπόλοιπες δυτικές χώρες για να αντιμετωπίσουν τις ρωσικές προκλήσεις; Πολιτικοί αναλυτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν πολλές.

Ο Κέιρ Γκιλς, αναλυτής στο Ινστιτούτο Graham House του Λονδίνου, υποστηρίζει ότι «η ιστορία μας έχει διδάξει πως μια είναι η απάντηση που μπορεί να καταλάβει η Ρωσία, όταν η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, όπως τώρα, και αυτή είναι η ωμή επίδειξη δύναμης, αντίστοιχη με αυτή στην οποία έχει προβεί ο ρώσος Πρόεδρος».

Από την πλευρά του, ο Ίαν Βαν Γκόρντον, εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης Διπλωματικών Αποστολών, που έχει την έδρα του στην Ουάσιγκτον, υποστηρίζει ότι ανεξάρτητα με το ποια συμφέροντα απειλούνται, η κρίση στην Ουκρανία είναι πρόβλημα της ΕΕ.

Όπως λέει: «Οι ΗΠΑ θα πρέπει να πιέσουν τις ευρωπαϊκές χώρες να αναλάβουν ευθύνη για όσα συμβαίνουν στην γειτονιά τους».

Ο Μάικλ Ο’ Χάνλον, αναλυτής στο Ινστιτούτου Brookings, υποστηρίζει ότι, προς το παρόν, η ανάπτυξη ρωσικών δυνάμεων στην Κριμαία έχει στόχο να στείλει μήνυμα στη νέα ουκρανική κυβέρνηση.

«(Ο Πούτιν) προσπαθεί να τους τρομάξει και να τους κάνει να σκεφτούν ότι έχει επιλογές. Βασικά πρόκειται για μια μορφή επιθετικής διπλωματίας προκειμένου να αναγκάσει την νέα κυβέρνηση να σεβαστεί τα φιλο-ρωσικά στοιχεία μέσα στην Ουκρανία», ανέφερε ο κ. Ο’Χάνλον.

Ο Στήβεν Μπούσι, επικεφαλής του Κέντρου Διεθνών Μελετών στο Heritage Foundation, υποστηρίζει ότι η επιρροή που μπορούν να ασκήσουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία είναι πολύ περιορισμένη.

Όπως λέει: «Δεν έχουμε και πολλές επιλογές εκτός από το να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη ρητορική. Μόνο λόγια, δηλαδή, που νομίζω σε αυτή την περίπτωση δεν επιφέρουν κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα».

Αλλά ο Σαμ Γκριν, επικεφαλής στο ρωσικό τμήμα του King’s College στο Λονδίνο, υποστηρίζει ότι ο καλύτερος τρόπος να ασκηθεί πίεση στη Ρωσία είναι μέσω οικονομικών κυρώσεων.

«Το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα της Δύσης είναι ότι η στήριξη στον Πρόεδρο Πούτιν, προέρχεται από την ρωσική οικονομική ελίτ, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δυτικές χώρες», υποστηρίζει ο κ. Γκριν.

«Οι ξένες επενδύσεις στη Ρωσία έχουν μειωθεί τελευταία εξαιτίας της αντίληψης που υπάρχει, και είναι αλήθεια, ότι δεν επικρατεί η νομιμότητα στη Ρωσία. Τώρα, έχεις μια εισβολή και ένα πολύ πιθανό σενάριο για την επιβολή οικονομικών ή πολιτικών κυρώσεων στη Ρωσία και αυτό από μόνο του θα κάνει την κατάσταση χειρότερη», υποστηρίζει ο Ουίλιαμ Μπρόουντερ, αναλυτής στο Hermitage Capital Management στο Λονδίνο.

Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές και ηγετικές προσωπικότητες σε θέματα οικονομικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η επιβολή οικονομικών κυρώσεων, όχι μόνο δεν θα είναι αποτελεσματική, αλλά θα βλάψει τόσο τις δυτικές χώρες, όσο και τη Μόσχα. Είναι γεγονός ότι η Ρωσία είναι μια από τις μεγαλύτερες αγορές για αρκετές ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες. Επίσης πολλές ευρωπαϊκές χώρες καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών τους αναγκών από τη Μόσχα.

Προς το παρόν, οι ηγέτες των δυτικών χωρών, ως απάντηση στις ρωσικές προκλήσεις στην Ουκρανία, ακύρωσαν μια από τις προκαταρτικές συναντήσεις για την Σύνοδο της Ομάδας των Οχτώ Ισχυρότερων Οικονομιών που έχει προγραμματιστεί για τον Ιούνιο στο Σότσι της Ρωσίας.
XS
SM
MD
LG